Ιερός Ναός Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Ο ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ βρίσκεται στο νότιο τμήμα του οικισμού Γρανίτης, ο οποίος αναπτύσσεται σε απόσταση 31 χιλιομέτρων βορειοδυτικά της Δράμας και σε υψόμετρο 770 μέτρων. Ο ναός κτίστηκε το 1836, όπως τεκμαίρεται από εγχάρακτη επιγραφή, η οποία σήμερα φυλάσσεται στον αύλειο χώρο της νεότερης ομώνυμης εκκλησίας του οικισμού.
Αρχικά, ο ναός ανήκε στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, με εσωτερικό γυναικωνίτη σε όροφο στη δυτική πλευρά. Το 1873 προστέθηκε το δυτικό τμήμα του ναού, το οποίο περιλάμβανε στοά με υπερκείμενο γυναικωνίτη, καθώς και το κωδωνοστάσιο. Η επέμβαση αυτή τεκμηριώνεται από εγχάρακτη και ανάγλυφη χρονολογία [1873 / ΜΙΧΑΗΛ] σε γωνιόλιθους με λιθανάγλυφους σταυρούς, στις εξωτερικές όψεις του προστεθέντος τμήματος. Μετά την προσθήκη αυτή, ο ναός διαμορφώθηκε ως τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με στοά και υπερκείμενο γυναικωνίτη στη δυτική πλευρά, η οποία προεξέχει των πλευρικών (βόρειου και νότιου) τοίχων του κυρίως ναού.
Το 1975 κατέρρευσε η στέγη του ναού και αντικαταστάθηκε από νέα. Κατά την ανακατασκευή, οι αρχικοί ξύλινοι κίονες που διαχώριζαν τα κλίτη αντικαταστάθηκαν από τσιμεντένιες κολόνες, ενώ η στέγη κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου εκ νέου. Εσωτερική ξύλινη κλίμακα, σε επαφή με τον νότιο τοίχο του ναού, οδηγούσε στον γυναικωνίτη. Με την καταστροφή του ξύλινου δαπέδου του ορόφου της στοάς, δημιουργήθηκε η εικόνα μιας ενιαίας καθ’ ύψος στοάς, ενώ το κλείσιμο των ανοιγμάτων μεταξύ του ορόφου της στοάς και του κυρίως ναού ενίσχυσε την εντύπωση ότι η στοά δεν λειτουργεί πλέον ως ενιαίο σύνολο με το υπόλοιπο κτίσμα.
Το δάπεδο του ναού διατηρεί τις αρχικές μεγάλες λίθινες πλάκες επίστρωσης. Από τα αρχικά ανοίγματα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κυκλικός φεγγίτης στη νότια όψη της στοάς. Οι δύο θύρες εισόδου, μία στο μέσο της δυτικής πλευράς και μία στον βόρειο τοίχο, περιβάλλονται από μονολιθικά περιθυρώματα, ενώ πάνω από τη βόρεια είσοδο διαμορφώνεται τοξωτό υπέρθυρο προσκυνητάρι χωρίς εικονιστική παράσταση. Το κωδωνοστάσιο, αναπτυσσόμενο σε ισόγειο και δύο ορόφους, τοποθετείται στο μέσο της δυτικής πλευράς της στοάς και προβάλλεται στις βόρεια, δυτική και νότια όψεις του.
Το τέμπλο του ναού πιθανότατα προστέθηκε κατά την επέκταση του 1873 και ανήκει στον τύπο των γραπτών τεμπλών, όπου κυριαρχεί η ζωγραφική διακόσμηση. Σήμερα διατηρούνται ζωγραφικά στοιχεία στα κεμέρια και στη ζώνη της αμπέλου του επιστυλίου. Ξυλόγλυπτα είναι το σωζόμενο τμήμα της επίστεψης, οι πεσσίσκοι και το επίθυρο της Ωραίας Πύλης, στην απόληξη του οποίου εικονίζονται δύο μετωπικά αποδοσμένοι άγγελοι που κρατούν στέμμα. Τα βημόθυρα της Ωραίας Πύλης είναι γραπτά και φέρουν στην κατώτερη ζώνη την παράσταση του Ευαγγελισμού και στην ανώτερη τους προφητάνακτες Σολομώντα και Δαβίδ.
Στο τέμπλο σώζεται η δεσποτική εικόνα της Παναγίας Ελεούσας, έργο του 1878, υπογεγραμμένο από τον ζωγράφο Απόστολο (χειρ. Αω. Ζο), στον οποίο αποδίδεται και η δεσποτική εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Έργα δεύτερου ζωγράφου, που υπογράφει με τα αρχικά Δ.Μ. και χρονολογούνται στο 1892, είναι οι δεσποτικές εικόνες της Αγίας Αικατερίνης, του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Νικολάου και πιθανώς του Παντοκράτορα. Οι δύο ακραίες δεσποτικές εικόνες των Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ είναι νεότερες και φέρουν τη χρονολογία 1941.
Τα δεκαεννέα διάχωρα της κάτω ζώνης του επιστυλίου (Δωδεκάορτο) και τα έντεκα της δεύτερης ζώνης (Αποστολικά), η οποία αναπτύσσεται μόνο στο κεντρικό τμήμα του τέμπλου, είναι σήμερα κενά. Οι αντίστοιχες εικόνες σώζονται σε πολύ κακή κατάσταση, άλλες στο ιερό και άλλες αναρτημένες ως προσκυνηματικές μπροστά από τα θωράκια του τέμπλου.
Από την αρχική ξυλόγλυπτη σκευή του ναού διατηρούνται το κιβώριο της Αγίας Τράπεζας, ο δεσποτικός θρόνος επί κτιστού βαθμιδωτού βάθρου, ένα εικονοστάσι, ένα αρτοφόριο, δύο εξαπτέρυγα και ένας σταυρός λιτανείας.
Από το 1967, οπότε εγκαινιάστηκε στον οικισμό ο ναός των Ταξιαρχών, ο ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ παραμένει εκτός λατρευτικής χρήσης.
Πληροφορίες : Βασίλης Μεσσής, από το ειδικό βιβλίο-λεύκωμα «Από πέτρα και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό».

© 2025 All rights reserved.