Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων στην Κάτω Βροντού,αποτελεί ένα εξέχον εκκλησιαστικό μνημείο που προστατεύεται ως ιστορικό διατηρητέο από το 1993, έχοντας ανεγερθεί το 1835, όπως μαρτυρούν η κεραμοπλαστική ένδειξη στην ανατολική πλευρά και το περίτεχνο λιθανάγλυφο πάνω από την κόγχη του Ιερού Βήματος. Αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με εσωτερικό γυναικωνίτη, ο οποίος διατηρεί την αρχική του μορφή με το χαρακτηριστικό καμπυλόμορφο στηθαίο και το ξύλινο διαχωριστικό καφασωτό. Εξωτερικά, ο ναός περιβάλλεται στη δυτική και νότια πλευρά του από ανοιχτή στοά (χαγιάτι), ενώ διασώζει τα αρχικά του παράθυρα με τα λίθινα περιθυρώματα και τα τοξωτά υπέρθυρα. Το τέμπλο, το οποίο χρονολογείται στο 1839 βάσει των δεσποτικών εικόνων της Θεοτόκου Ελεούσας και του Χριστού, συνδυάζει γραπτό και ξυλόγλυπτο διάκοσμο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρουσιάζουν τα έξεργα ανάγλυφα στα Λυπηρά και τον Εσταυρωμένο, καθώς και τα δύο πλευρικά προσκυνητάρια που εφάπτονται σε αυτό. Ο αρχικός ξυλόγλυπτος εξοπλισμός συμπληρώνεται από τον άμβωνα, τον δεσποτικό θρόνο σε κτιστό βάθρο και τα αυθεντικά θυρόφυλλα των εισόδων. Παρόλο που ο ναός ήταν αρχικά πλήρως αγιογραφημένος, οι περισσότερες τοιχογραφίες καλύφθηκαν μεταγενέστερα με επίχρισμα, με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένουν ορατές μόνο ορισμένες παραστάσεις, όπως ο Χριστός στο Πραιτώριο και πιθανώς η Άκρα Ταπείνωση στην Πρόθεση. Στην εξωτερική τοιχοποιία δεσπόζουν εντοιχισμένες λιθανάγλυφες πλάκες, με σημαντικότερη εκείνη πάνω από την κόγχη του Ιερού που απεικονίζει σταυρό με τριφυλλόσχημες απολήξεις ανάμεσα σε δύο σχηματοποιημένους ναούς και τη χρονολογία ανέγερσης. Αν και η στατική κατάσταση του μνημείου παραμένει καλή, σύγχρονες παρεμβάσεις, όπως η αντικατάσταση του ξύλινου χαγιατιού με μεταλλικό και η ανέγερση κωδωνοστασίου το 2004, έχουν αλλοιώσει την αρχική του εικόνα, ενώ πλέον ο ναός λειτουργείται σπανίως καθώς το λατρευτικό κέντρο του οικισμού έχει μεταφερθεί στον νεότερο ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.
Πληροφορίες : Βασίλης Μεσσής, από το ειδικό βιβλίο-λεύκωμα «Από πέτρα και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό».