Λησμονημένες Πατρίδες – Το Κάτω Νευροκόπι

Στις 4 Ιουλίου 1913 ο Ελληνικός Στρατός, μετά από αιματηρές μάχες στον β΄ βαλκανικό πόλεμο, προελαύοντας στη νότια Βουλγαρία, ελευθέρωσε το μαρτυρικό Κάτω Νευροκόπι. Οι Νεοέλληνες ολίγα, ή σχεδόν τίποτα, γνωρίζουν για την ακρώρεια αυτή του Ελληνισμού. Ακρώρεια όπως η Κύπρος, φρουρός ακρωτηριασμένος και Μεγαλόνησος, όπως και το Κάτω Νευροκόπι. Λίγα χιλιόμετρα βορειότερα στέκεται παραπονεμένο το Άνω Νευροκόπι, γιατί έτσι το θέλησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, όταν συνέτασσαν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου του Ιουλίου 1913. Τότε οι Έλληνες του Νευροκοπίου εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες τους, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο τότε Ζίρνοβο, παλαιά ονομασία του Κάτω Νευροκοπίου. Ο ταπεινός Λευίτης Ηλίας Οικονομίδης, φεύγοντας και αυτός, φόρτωσε στα ζώα του νοικοκυριού του 18 ογκώδη βιβλία και 7 φακέλους με λυτά έγγραφα, που περιέχουν τη νεώτερη ιστορία του ενιαίου Νευροκοπίου. Πολύτιμος θησαυρός για την ελληνικότητα της περιοχής.

Στον ογκώδη αυτά βιβλία καταγράφονται γεγονότα από τα μέσα, περίπου, του 19ουαι. ως την φυγή του Ιουλίου 1913. Ήσαν τα δίσεκτα χρόνια, όταν εμφανίστηκε στη Μακεδονία και την Θράκη, απειλητικός, μάλιστα, ο Πανσλαβισμός. Στα ογκώδη αυτά βιβλία οι καλλιγράφοι γραμματικοί ξετυλίγουν τις συνεδριάσεις της μητροπόλεως Νευροκοπίου, αυτές των εφορειών των σχολείων, του μητρώου γεννήσεων, βαπτίσεων και θανάτων. Μόνοι, σχεδόν, και αβοήθητοι προσπάθησαν, και ανήγειραν, το μητροπολιτικό μέγαρο, γιατί ντρέπονταν που είχαν οι εξαρχικοί Βούλγαροι το δικό τους μεγαλοπρεπές, από τότε που ίδρυσαν μες το (Άνω) Νευροκόπι μητρόπολη, με τον βλαδίκα τους, το 1893. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έβλεπε, με άκρατη λύπη, την επέλαση του Πανσλαβισμού, με τους κομιτατζήδες που τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς της Μακεδονίας και της Θράκης να προσχωρήσουν στο κρατικό μόρφωμα της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Για την προστασία των πληθυσμών αυτών το Πατριαρχείο επανασύστησε την παραμελημένη μητρόπολη Νευροκοπίου προσδοκώντας ότι θα αποτελεί το αντίβαρο των Πανσλαβιστών και των Εξαρχικών. Ήταν το έτος 1882, ενώ δέκα έτη ενωρίτερον είχε αποκηρύξει την Εξαρχία ως αποτέλεσμα του εθνοφυλετισμού. Και ως Οικουμενικό, το Πατριαρχείο προσπαθούσε να εξισορροπήσει στην άνιση, για τους πιστούς του, διαμάχη με τους Εξαρχικούς, οι οποίοι, άλλοτε, ήσαν Ορθόδοξοι. Δυστυχώς όσοι πατριαρχικοί μητροπολίτες εξελέγησαν, και εστάλησαν για τον σκοπό αυτόν, είτε ήσαν προχωρημένης ηλικίας, είτε απογοητευμένοι από την πτωχή μητρόπολή τους, την εγκατέλειπαν. Δεν πρόσεξε το Πατριαρχείο και μέχρι και τον φανατικό βουλγαρόφρονα Γρηγόριο(1887-1891) εξέλεξε και απέστειλε στο Νευροκόπι. Την άρνηση, έναντι του βουλγαρισμού, μάχη έδωσαν από τους οκτώ μητροπολίτεςτης δραματικής περιόδου 1882-1913 ο Νικόδημος(1900-1903) μα πιο πολύ ο διάδοχός του, ο πολυδημιουργικός Θεοδώρητος Βασματζίδης (1903-1907). Το αθηναϊκό κέντρο δεν γνώριζε τίποτε. Πολύ φοβούμαι ότι και σήμερα δεν γνωρίζει. Επιστρέφω στον Θεοδώρητο, εκ Σερρών καταγόμενο, απόφοιτο της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, ο οποίος στα τέσσερα έτη της αρχιερατείας του στο Νευροκόπι, αντιμετώπισε σθεναρά την λύμη της βουλγαρικής Εξαρχίας, την ρουμανική προπαγάνδα που διεκδικούσε πεισματικά τους βλαχόφωνους της περιοχής, αλλά και την τουρκική κακοδιοίκηση, σταθερά φιλοβουλγαρική. Ο Θεοδώρητος εγνώριζε άριστα την κατάσταση στην ανατολική Μακεδονία και είχε τους τρόπους αντιμετωπίσεώςτης. Τα σχολεία ήταν η πρώτη φροντίδα του και τούτο μαρτυρούν οι συνεχείς συνεδριάσεις των εφορειών των εκπαιδευτηρίων, υπό την προεδρία του. Ο ίδιος συνέλεξε αρχαιότητες, τις οποίες απέστειλε στην Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία στην Αθήνα με σκοπό την αξιοποίησή τους από την Ελληνική Πολιτεία και τους ειδικούς, προκειμένου να αναδειχθεί η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Το μητροπολιτικό μέγαρο ήταν όνειρο ζωής του Θεοδωρήτου όπως έργω αποδείξωμεν τοις υπεναντίοις ότι ούτε ψυχορραγώμεν, ούτε τας αποσκευάς ημών έχομεν ετοίμους προς άνανδρον λιποταξίαν και υποχώρησιν. Ο Θεοδώρητος είχε παρρησία λόγου και σχετική αυστηρότητα, κατά τον χαρακτήρα, και δεν δίστασε να κατηγορήσει τον προκάτοχό του ΝικόδημοΕ΄ ότι καταχράστηκε μέρος του προϊόντος εράνου για το μητροπολιτικό μέγαρο. Στην ανέγερσή του βοήθησαν φιλογενείς άνδρες, όπως ο Στέφανος Δραγούμης, ο καπνέμπορος του Βόλου Νικόλαος Κόντος, καταγόμενος εκ Σερρών, ο Γ. Ζαρίφης, μονές του Αγίου Όρους, η μητρόπολη Μυτιλήνης, η Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Σερρών και πάνω από 100 κάτοικοι του Νευροκοπίου.Ακόμα και οι μαθητές του Νευροκοπίου συνέβαλαν στην ανέγερσή του. Οι βουλγαριστές, κατά την πολιτική τους, μετέφεραν ομοεθνείς τους μεπροφανή σκοπό την εθνολογική αλλοίωση της περιοχής. Το αυτό έπρατταν στη σύνολη βόρεια Μακεδονία και την Θράκη. Η δημογεροντία του Νευροκοπίου με τους Χ΄΄βαγγέλη Παναγιώτου, Νικόλαο Παπαδημητρίου, Γρηγόριο Καραϊωάννου έπραττε όσα μπορούσε για να ανακόψει την επελαύνουσα βουλγαρική Εξαρχία, την οποία, σημειωτέον, βοηθούσε και ο ρωσικός παράγοντας μέσω του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε αποστείλει και Ρώσο γιατρό στο Νευροκόπι. Δεν έλειπε και ο Έλληνας γιατρός που αναφέρει ο Θεοδώρητος, είναι ο Αλκιβιάδης Κανοναρχόπουλος. Με την ευκαιρία αυτή σημειώνουμε ότι στο πολύτιμο αρχείο που μετέφερε στην Ελλάδα ο πατήρ ΗλίαςΟικονομίδης συμπεριλαμβάνεται το ημερολόγιο του Θεοδωρήτου, το οποίο εξέδωσα το 1993 στον τόμο Μακεδονικόν Αριστείον, Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου.

Ένα από τα μέσα αντιστάσεως του ενιαίου Νευροκοπίου, του Άνω και του Κάτω, ήσαν τα εκπαιδευτήριά του, που είχαν ιδρυθεί το 1835 επί μητροπολίτου Δράμας Γερμανού(1835). Δεν έλειπαν και οι ευεργέτες, όπως ο εκ Σερρών έμπορος Γρηγόριος Κωνσταντίνου, που το Παρθεναγωγείο έφερε το όνομα του Γρηγοριάς.

Το κάτω Νευροκόπι, αυτό που έμεινε από το ενιαίο Νευροκόπι, όπου κατοικούσαν 190 πατριαρχικές οικογένειες με 3 ιερείς, οι σχισματικοί 120 και 1 ιερέα. Το δηλητήριο του βουλγαρισμού είχε μολύνει και πολλούς πατριαρχικούς. Επίκεντρο της διαμάχης ήταν η Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, την οποία πεισματικά διεκδικούσαν οι εξαρχικοί, τόσο που οι φιλοβούλγαροιΤούρκοι διοικητές (καϊμακάμηδες) επέβαλαν την εναλλάξ λειτουργεί, που στο τέλος οδήγησε στο κλείσιμο του ναού. Έξω από το Ζίρνοβο περιφέρονταν απειλητικοί Βούλγαροι κομιτατζήδες και οι πατριαρχικοί ήσαν τόσον τρομοκρατημένοι, που ακόμα και ο παπάΔημήτριος, φοβισμένος για την ζωή του, προσχώρησε στην Εξαρχία. Θα επιστρέψει στην αγκαλιά του Πατριαρχείου λίγο αργότερα. Οι Έλληνες πατριαρχικοί αμύνονταν στην βουλγαροεξαρχική επιθετικότητα με επικεφαλής τον αρχιδιάκονο Κώνστα Χ΄΄δημητρίου και τον διδάσκαλο Θωμά Παπαστεργίου, μα περισσότερο από τον γέροντα ιερέα Στέργιο και τον γιο του, επίσης ιερέα Ιωάννη. Ο Στέργιος ήταν μεν σλαβόφωνος, αλλά φανατικός Έλληνας πατριαρχικός, που ακόμη και οι σχισματικοί βουλγαριστές σέβονταν. Είχε βαπτίσει και παντρέψει τους περισσότερους εξ αυτών.

Όταν οι Τούρκοι έκλεισαν την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, με πρόσχημα τα επεισόδια μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών, το Ζίρνοβο επισκέφθηκε ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο έπειτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, συνοδευόμενος από Τούρκους ζαπτιέδες και με προφανή διάθεση επιβολής της δυνάμεώς του. Συμφιλίωσε, μάλιστα, προσωρινά, βέβαια, πατριαρχικούς και εξαρχικούς άλλη επίσκεψη αυτή εξόργισε τους κομιτατζήδες. Αυτοί ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου εισέβαλαν στην εκκλησία, την ώρα της λειτουργίας, συνέλαβαν τους προκρίτους και επιτρόπους της εκκλησίας και προκρίτους Ιωάννη Ζαφειρίου, Νικόλαο Γερμανό, τον γιο του Γεώργιο, τον διδάσκαλο Κ. Χρηστίδη και, αφού τους έσυραν έξω, τους εξετέλεσαν κατά τον ειδεχθέστερο τρόπο. Οι κομιτατζήδες γνώριζαν ότι οι εκτελεσθέντες βοηθούσαν τα μικρά ελληνικά ανταρτικά σώματα των μακεδονομάχων Ηλία Πασχάλη, Ιωάννη Αβριώτη από το Περιθώρι, Δημ. Πάντσα από το Παγονέρι ,Άρμεν Κούσια από τον Βώλακα. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν τον φόβο και τον τρόμο των κατοίκων, που εγκατέλειπαν τις εστίες τους και όσοι παρέμειναν κλείστηκαν ερμητικά στα σπίτια τους. Με μόνη παρηγοριά τον παπά Στέργιο. Το επίσημο ελληνικό κράτος ψιθύρισε λόγους παρηγοριάς. Μόνον ο Ίων Δραγούμης, συγκλονισμένος από την σφαγή του Ζιρνόβου, επισκέφθηκε την τραγική κωμόπολη και τα γύρω χωριά. Είδε και άκουσε από αυτόπτες μάρτυρες τα όσα συνέβησαν.

Αλλά το Ζίρνοβο, το Κάτω Νευροκόπι, γνώρισε και μια δεύτερη σφαγή. Τα Χριστούγεννα του 1906 τριακόσιοι κομιτατζήδες περικύκλωσαν την κωμόπολη, εφόνευσαν, λεηλάτησαν και επί τρεις ώρες σκορπούσαν τον θάνατο και τον τρόμο. Την πρωτοχρονιά του 1907 ο Πρόξενος στις Σέρρες Στουρνάρης έγραφε: Το μαχαίρι, η δυναμίτις, η βόμβα και τοπετρέλαιο εργάζονταν αδελφωμένα. Η τρομοκρατία στο Ζίρνοβο κράτησε ως το 1913. Ο ελληνικός στρατός προελαύνοντας προς την Σόφια ελευθέρωσε την μαρτυρική μητρόπολη στις 4 Ιουλίου 1913. Λίγες μέρες μετά, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, το Άνω Νευροκόπι περιερχόταν στη Βουλγαρία.

Στην Στάρτιστα, τότε, Περιθώρι σήμερα, βλαχόφωνο χωριό, στις αρχές του 20ου αι., κατοικούνταν από 25 πατριαρχικές οικογένειες, 120 τούρκικες και 300 σχισματικές, Χριστιανοί, οι οποίοι, φοβούμενοι τους κομιτατζήδες είχαν περάσει στην βουλγαροεξαρχία. Κι όμως αυτή η μικρή ελληνορθόδοξη κοινότητα συντηρούσε σχολείο, τον σύλλογο «Η αυγή του Ορβήλου», μικρή εκκλησία, νηπιοπαρθεναγωγείο. Είχε και την στήριξη του καπνέμπορου του ΔοξάτουΑθ. Γεωργιάδου και ανωνύμου Νευροκοπηνού. Απέκρουε σθεναρά την πίεση της ρουμανικής προπαγάνδας με επικεφαλής τους προκρίτους Γιαννάκη Νάκου, Γιαννάκη Ζιώγα, Γ. Ζαχαριάδη, Ηλ. Παπακωνσταντίνου.

Στο κοντινό Τσορόσοβο, Παγωνάρι σήμερα, κατοικούσαν στις αρχές του 20ουαι. 60 πατριαρχικές οικογένειες, που είχαν την εκκλησία των Εισοδίων και 20-25 σχισματικές. Στην ακμή της βουλγαρίζουσας δραστηριότητος οι σχισματικοί κατόρθωσαν, με τη βοήθεια των Τούρκων, να επιβάλουν την εναλλάξ λειτουργία, τόσο που οι πατριαρχικοί, αρνούμενοι αυτή τη ρύθμιση, εκκλησιάζονταν στο νάρθηκα του ναού και υπό δριμύτατο ψύχος. Οι βουλγαρίζοντες, μάλιστα, τους άρπαξαν και το μισό σχολείο, δολοφόνησαν τους προκρίτους Θεοδ. Αθανασίου, Κωνστ. Κυριαζή και τον άριστο κτίστη Στεφ. Νεδέλτσο, φανατικό ελληνόφωνα πατριαρχικό. Η αντίσταση των Τσερεσοβιτών ήταν παροιμιώδης τόσο που χαρακτηρίστηκε όασις χλοερά και εύθαλις εν μέσω της ασφυκτικής πιέσεως των βουλγαριστών.

ΤοΠαπά-Τσαΐρ, σήμερα στο βουλγαρικό έδαφος, ήταν στα σκληρά χρόνια της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης, βλαχοποιμενικός οικισμός, με πρώτους κατοίκους ποιμένες που έφθασαν εδώ τα μέσα του 18ουαι. από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Οι κάτοικοί του, περί τις 20 οικογένειες, έκτισαν και την εκκλησία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, είχαν και υποτυπώδες σχολείο, στο οποίο δίδασκε κολλυβογράμματα ένα ράπτης. Υφίσταντο επί έτη την πίεση της βουλγαρικής και, κυρίως, της ρουμανικής προπαγάνδας.

Αυτά ήσαν τα πάθη και οι ηρωισμοί του Άνω και τουΚάτω Νευροκοπίου, ώσπου ο ελληνικός στρατός, προελαύνοντας προς την Σόφια, ελευθέρωσε στις 4 Ιουλίου 1913 το Νευροκόπι. Ταεπόμενα χρόνια οι μουσουλμάνοι έφυγαν για την Τουρκία και η βουλγαρίζοντες εξαρχικοί, κάπου 300 οικογένειες, για τη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Νεϊγύ το 1919. Μετά την εθνική συμφορά του 1922 στο Κάτω Νευροκόπι εγκαταστάθηκαν Πόντιοι, Μικρασιάτες, Ανατολικοθρακιώτες. Ο Ελληνισμός αναζωογονήθηκε.

Βασική Βιβλιογραφία

  • Τσελεπίδης Νικ., Νευροκόπι συνοπτικό ιστορικό χρονικό 1850-1913, Δράμα, 1995.

  • Λαούρδας Β., Η Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907, Θεσσαλονίκη, 1961.

  • Καραθανάσης Ε. Αθ., Ο Ελληνισμός και η Μητρόπολη Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, εκδ. Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη, 1991.

  • Ο ίδιος, «Το ανέκδοτο ημερολόγιο του μητροπολιτου Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βασματζίδου (1867-1907)», στον τόμο Μακεδονικόν Αριστείον Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, Θεσσαλονίκη, 1993, σ. 161-265.

  • Δήμος Κ. Νευροκοπίου, Κάτω Νευροκόπι, Στην πορεία του χρόνου, Νευροκόπι, 2024.

© 2025 All rights reserved.