Ο Ιερός Ναός του Προφήτη Ηλία βρίσκεται βορείως της πλατείας του οικισμού Βώλακα, ο οποίος απέχει περίπου 36 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Δράμας και βρίσκεται σε υψόμετρο 820 μ. Ο ναός έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το 1989.
Η ανέγερση του ναού χρονολογείται στο 1841, σύμφωνα με δύο εντοιχισμένες ενεπίγραφες πλάκες: η πρώτη, με τη χρονολογία [18+41], είναι εντοιχισμένη στο μέσο της δυτικής πλευράς του κτίσματος, η δεύτερη, με την επιγραφή [εφημέριος π[απα] Κωνσταντής π[απα] Γεώργιε[ος] / Μαΐου ιή αωμά], βρίσκεται εντοιχισμένη στο ανατολικό πέρας του βόρειου τοίχου.
Το 1987, έπειτα από ισχυρό σεισμό, κατέρρευσε το μεγαλύτερο μέρος της στέγης του ναού, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στο εσωτερικό. Ωστόσο, διασώθηκαν το τμήμα της στέγης πάνω από το Ιερό Βήμα, δύο από τα έξι ζεύγη ξύλινων κιόνων που τη στήριζαν (τα ανατολικότερα), το βόρειο μισό του γυναικωνίτη, το ξύλινο παραπέτασμα του ισογείου, καθώς και μεγάλο μέρος της ξυλόγλυπτης σκευής του ναού.
Το 1990 ξεκίνησαν εργασίες αποκατάστασης, κατά τις οποίες κατασκευάστηκε νέα οροφή από πηχάκια και νέα δικλινής ξύλινη στέγη, σε αντικατάσταση της κατεστραμμένης, με μικρό φωτιστικό άνοιγμα στη δυτική πλευρά.
Αρχιτεκτονική – Δομικά στοιχεία
Ο ναός ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με εσωτερικό γυναικωνίτη σε όροφο στη δυτική πλευρά. Ο νάρθηκας, δηλαδή το τμήμα του ισογείου κάτω από τον γυναικωνίτη, κλείνει έως το δάπεδο του ορόφου με ξύλινο παραπέτασμα, εκτός από το κεντρικό άνοιγμα που λειτουργεί ως είσοδος προς τον κυρίως ναό.
Το στηθαίο του γυναικωνίτη, από το οποίο διατηρείται το βόρειο μισό, είναι κατασκευασμένο από κατακόρυφα τοποθετημένες σανίδες και πηχάκια, σχηματίζοντας ρομβοειδή μοτίβα. Διατηρείται επίσης το αρχικό πλακόστρωτο δάπεδο του ναού.
Στη δυτική πλευρά του ναού αναπτύσσεται ανοιχτή στοά (χαγιάτι), η οποία αρχικά οριζόταν από ξύλινα στηρίγματα και, μετά το 1990, από μεταλλικά.
Τέμπλο – Ξυλόγλυπτα – Εικόνες
Το αρχικό ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού σώζεται αλώβητο. Πρόκειται για λιτή κατασκευή, με εξαίρεση τα βημόθυρα και το επίθυρο της Ωραίας Πύλης, καθώς και την παράσταση της Επίσκεψης (Λυπηρά), που είναι δουλεμένα σε βαθύ ανάγλυφο.
Τα βημόθυρα, ξυλόγλυπτα με γραπτή διακόσμηση, αποτελούνται από τρεις καθ’ ύψος ζώνες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γραπτή απόδοση του Χριστού ως Παλαιού των Ημερών στο μετάλλιο–ποτήριο του σταθμού των βημόθυρων. Γραπτή είναι και η διακόσμηση των θωρακίων, όπου απεικονίζονται ανθοδοχεία, καθώς και της πρώτης ζώνης του επιστυλίου, με συνεχές ανθικό μοτίβο που διακόπτεται από αετούς. Αντίστοιχη γραπτή διακόσμηση παρατηρείται και στα τμήματα πάνω και μεταξύ των εικόνων του επιστυλίου.
Το τέμπλο διαθέτει μία μόνο σειρά εικόνων στο επιστύλιο, στοιχείο σπάνιο για την περιοχή, και παρουσιάζει υποχώρηση του κεντρικού του τμήματος προς το Ιερό Βήμα.
Οι δεσποτικές εικόνες (συνολικά 12) είναι έργα του 19ου αιώνα, όχι όμως της ίδιας περιόδου. Ενδεικτικά, η εικόνα της Γέννησης του Χριστού φέρει χρονολογία 1867, ενώ η εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους χρονολογία 1826. Από τις 27 εικόνες του επιστυλίου λείπουν τρεις, ενώ αρκετές είναι νεότερες αντικαταστάσεις.
Από την αρχική ξυλόγλυπτη σκευή του ναού διατηρούνται το κιβώριο της Αγίας Τράπεζας, ο άμβωνας και δύο προσκυνητάρια. Σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον ναό του Προφήτη Ηλία προέρχεται βημόθυρο που φυλάσσεται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Δράμας και χρονολογείται στα τέλη του 15ου – αρχές του 16ου αιώνα.
Στον ναό φυλάσσεται σημαντικός αριθμός φορητών εικόνων του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο εικόνες που τοποθετούνται, εν είδει προσκυνηταρίου, στη δυτική πλευρά του παραπετάσματος του ισογείου προς τον νάρθηκα: η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα (1850) και ο Χριστός Μέγας Αρχιερέας.
Τοιχογραφικός διάκοσμος – Λιθανάγλυφα
Από τον αρχικά κατάγραφο εσωτερικά ναό διατηρούνται σπαράγματα τεσσάρων τοιχογραφιών στον βόρειο τοίχο, μεταξύ των παραθύρων, καθώς και γραπτή παράσταση του Προφήτη Ηλία σε κακή κατάσταση στο υπέρθυρο προσκυνητάριο, άνωθεν της δυτικής εισόδου, εξωτερικά.
Στην κόγχη της Πρόθεσης σώζεται σε μέτρια κατάσταση η παράσταση της Άκρας Ταπείνωσης, με το κατώτερο τμήμα να λειτουργεί ως είδος πρόθεσης, όπου σε γραπτά διάχωρα με κόκκινα πλαίσια αναγράφονται ονόματα πιστών προς μνημόνευση («Μνήσθητι Κύριε…»). Γραπτή ανθική διακόσμηση κοσμεί και τα ρομβοειδή πλαίσια του στηθαίου του γυναικωνίτη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το λιθανάγλυφο της δυτικής πλευράς, όπου αποδίδεται ανάγλυφος σταυρός εντός σχηματοποιημένου δέντρου. Το κάτω σκέλος του σταυρού, που λειτουργεί ως κορμός του δέντρου, εκφύεται από το στόμα δύο αντωπών δρακόντων. Στις άνω γωνίες αναγράφεται η χρονολογία ανέγερσης του ναού.
Εξίσου σημαντικό είναι το εντοιχισμένο λιθανάγλυφο στο ανατολικό πέρας του βόρειου τοίχου, με τη χρονολογία κατασκευής και την αναφορά στους δύο εφημέριους. Εκατέρωθεν του σταυρού αποδίδονται ανάγλυφα δύο πουλιά, ενώ κάτω από αυτά εικονίζονται ένα χερουβείμ και ένα σεραφείμ.
Κωδωνοστάσιο
Σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του ναού βρίσκεται πυργοειδές κωδωνοστάσιο, αποτελούμενο από ισόγειο και δύο ορόφους. Το καμπαναριό όριζε τη βορειοδυτική γωνία του πέτρινου περιβόλου, τμήματα του οποίου σώζονται, μέσω του οποίου επιτυγχανόταν η πρόσβαση στον αύλειο χώρο του ναού.
Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1887, όπως μαρτυρά η κτητορική επιγραφή [ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ / ΝΕΔΕΛΖΙΟΥ ΚΑΙ ΜΠΟΖΗΚΗ 1887 ΤΗ 17 ΙΟΥΝΙΟΥ], εντοιχισμένη άνωθεν της εισόδου, και ολοκληρώθηκε το 1890, σύμφωνα με την επιγραφή [1890 / Ο Χ[ΕΙΡΟ]Π[ΟΙΗΤΗ]Σ / Ο ΒΟΖ.3] στο μαρμάρινο κλειδί του τόξου του τελευταίου ορόφου.
Με την ανέγερση της νέας ομώνυμης εκκλησίας το 1975, νοτίως της παλαιάς, ο παλαιός ναός του Προφήτη Ηλία εγκαταλείφθηκε και σήμερα λειτουργείται ελάχιστες φορές κατά τη διάρκεια του έτους.
Πληροφορίες : Βασίλης Μεσσής, από το ειδικό βιβλίο-λεύκωμα «Από πέτρα και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό».